Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Fucking Hangover...

Tι με κοιτάς;
είναι ώρα που με κοιτάει, το νιώθω, αλλά αυτό το γαμημένο μεθύσι δεν με αφήνει να σηκωθώ να της τραβήξω μια μπουνιά.
Στην πραγματικότητα το χέρι μου έχει μουδιάσει και από το στόμα μου έχουν αρχίσει να τρέχουν σάλια. Δεν μ'απασχολεί.
Αυτή η ντουλάπα πρέπει να πάρει ένα μάθημα. Έχει αυθαδιάσει το τελευταίο διάστημα, άσε που πάντα όταν γυρίζω σπίτι μεθυσμένος μου πετάει τα ρούχα στο πάτωμα.
Και τι έγινε που είμαι μεθυσμένος. Δεν είναι συμπεριφορά αυτή... Ακόμη και μια ντουλάπα πρέπει να ξέρει να φέρεται.
Μου κρατάει μούτρα και καλά... Μια φορά την είχα ξεράσει. Πως το κανα δεν το κατάλαβα... Απλώς σηκώθηκα το βράδυ και έσκασα με τα μούτρα στην πόρτα. Την είχα κλειδώσει, άγνωστο για ποιον λόγο και κάπου έκρυψα το κλειδί
Ίσως να φοβόμουν μην με κλέψουν. Ή ακόμη χειρότερα μην με σκοτώσουν. Ή ακόμη χειρότερα μην με βιάσουν. Η μύτη μ'άνοιξε κι έτρεχε τσαμπούνα το αίμα.
Έπρεπε να ξεράσω και ήμουν στα αίματα. Τι φρικαλέος συνδυασμός. Έσπευσα στην ντουλάπα. Δεν ξέρω γιατί το έκανα... Είχα ανοίξει τα πόδια και έγυρα το κεφάλι και έβλεπα το αίμα να σκάει μπροστά στα ξερατά
.
Ήταν ένα έργο τέχνης. Τότε ήταν που με ζήλεψε... Ήξερε ότι ποτέ δεν πρόκειται να με φτάσει. Μου το είπε και το καλοριφέρ: μεγάλε ζωγράφισες πάλι.
Και πάλι, αυτή τι παρεξηγήθηκε; Είναι μια άδεια ντουλάπα. όλα μου τα ρούχα είναι στο πάτωμα και κάτω απ'το κρεββάτι. Θα σηκωθώ και θα της τραβήξω μια μπούφλα...
...
...
...
Σταμάτησα να σκέφτομαι. Τώρα συνειδητοποιώ ότι στο ταβάνι που γυρίζει συνέχεια είναι η λάμπα ανοιχτή. Φου... Φου... Σβήσε καταραμένη... Φου...
...
...
...
Πήγε 5,15... φου, φου, φου...
Γαμημένη ντουλάπα. Φέρε μου μωρή ένα ποτήρι νερό. Φου... φου... φου... σβήσε εσύ!!! Νερόοοοο... Το καλοριφέρ με ρωτάει: πόσα ήπιες; -Πόσα ήπια; Τον Βόσπορο. Μου φέρνεις λίγο νερό;
Η Ντουλάπα γελάει. Σε δυο ώρες έχεις δουλειά. Μαλάκα είναι Τετάρτη σήμερα.
...
Ένα νερό.
Η λάμπα δεν σβήνει! Κοιτάει έξω... Δεν έχει σημασία να σβήσω! Ξημέρωσε... Νευριάζω: θέλω να σβήσεις γιατί εγώ σε πληρώνω εδώ μέσα. Κι εσένα και το καλοριφέρ και την γαμημένη την ντουλάπα.
Εμένα τι με μπλέκεις, λέει το καλοριφέρ. Σιγά τον κουβαρντά λέει η ντουλάπα. Καλύτερα να σου κάνουν έξωση να ρθει κανάς άνθρωπος.
Γαμιέστε όλοι... Γαμιέστε...
Σε λίγο θα τον πονάει το κεφάλι. Λέει η ντουλάπα στο καλοριφέρ. Ναι... απαντάει το καλοριφέρ. Έχει πάθει αφυδάτωση.
Τα σάλια έκαναν λιμνούλα στο πρόσωπό μου. Πιπιλάω το σεντόνι... Νερόοοο, Νερόοο... Το κρεββάτι κοιτάει το ρολόϊ: μόλις 5:17... δύσκολη μέρα η σημερινή.
Το ρολόϊ κουνάει καταφατικά. Σε μια ώρα πρέπει να τον ξυπνήσω! Α, όχι, αναστέναξαν με μια φωνή, το κρεββάτι, η ντουλάπα και το φως.
Εν τω μεταξύ εγώ έβλεπα ένα περίεργο όνειρο. Ότι ήμουν σε έναν ονειρικό κόσμο που δεν μιλούσαν οι ντουλάπες, τα κρεββάτια και τα φώτα. Όπου μόνο οι άνθρωποι μιλούσαν... Ούτε καν τα ζώα, τα πουλιά και τα λουλούδια.
Η ντουλάπα μου φώναξε: "βλέπεις όνειρο, δεν υπάρχει τέτοιος κόσμος".
Μα αυτό ήταν άνω ποταμών. "Όλα τα επιτρέπω, αλλά να μου επεμβαίνεις στα όνειρα. Αυτό δεν το επιτρέπω"είπα δυνατά από μέσα μου. Κάποιες κρεμάστρες κουνήθηκαν απ'τα γέλια.
Σηκώθηκα...
Είναι αλήθεια...
Ξανάπεσα. Τα χέρια μου είχαν μουδιάσει και δεν με κράταγαν.
Αλήθεια πως έφτασα ως εδώ;
Θα τα πάρω ανάποδα: πέφτω στο κρεββάτι μπρούμητα, προσπαθώ να βγάλω τα παπούτσια μου χωρίς να το καταφέρω, χτυπάω στην πόρτα παραπατώντας, ανοίγω την εξώπορτα με την πρώτη (αυτό το καταφέρνω μόνο όταν είμαι ντήρλα) χτυπάω τον προφυλακτήρα του πίσω αυτοκινήτου, χτυπάω τον προφυλακτήρα του μπροστά αυτοκινήτου, πάω να παρκάρω, περνάω με κόκκινο, βάζω τέρμα τη μουσική, μπαίνω στο αμάξι, μου λένε που πας άσε θα σε πάμε εμείς, τους λέω άγαμηθείτε μαλάκες, διακόσια εβδομήντα ευρώ λογαριασμός, σφηνάκια, σφηνάκια, με διαολοστέλνει, την πέφτω σε μια γκομενίτσα με κόκκινο φουλάρι, έκτο ποτό, συζήτηση για τις χήρες, πέμπτο ποτό, συζήτηση για τα διαζύγια, τέταρτο ποτό, συζήτηση για τους μετανάστες, τρίτο ποτό συζήτηση ότι θα πιούμε άλλο ένα και φεύγουμε, δεύτερο ποτό, συζήτηση για τους μετανάστες, πρώτο ποτό, τι ωραία μουνάκια έχει σήμερα, θα βγούμε μόνο για ένα ποτό ε;
Ξανασηκώθηκα. Κοίταξα την ντουλάπα. ΈΒγαλα τα παπούτσια μου...
Πήγα στην τουαλέτα, άνοιξα το ντούς και ήπια νερό. Έγινα μούσκεμα στην φανέλα μου. Γυρνάω στο κρεββάτι και πέφτω ξερός.Κοιτάω το ρολόϊ και του λέω: κοίτα μόνο να βάρεσεις, α στα μάσω τα τσαούλια!
Η ντουλάπα κοιτάει λοξά, μια κρεμάστρα κάνει πως κουνιέται.
Έρχεται πρωί και το ξέρουν! Όταν ξημερώνει παύουν να μιλάνε... Κοιμούνται κι αυτές. Τουλάχιστον κάποιος θα κοιμηθεί σ'αυτό το κωλόσπιτο.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Ο Σάπων...


Αποφάσισα λοιπόν κι εγώ να κάνω σαπούνια... Με ενθουσίασε η σκέψη όταν πριν από δυο χρόνια που είχαμε πάει στην Αναβρυτή σε έναν ξενώνα, μας είπε κάποιος ότι αυτή είναι η απασχόλησή του. Φτιάχνει βιολογικά σαπούνια...
Βέβαια, ως γνωστό στον ευρύτερο κύκλο μου και περισσότερο γνωστό σε εμένα, προσωπικά η χρήση του σαπουνιού μου είναι σχεδόν άγνωστη, εξαιτίας φαντάζομαι των βασιλικών μου καταγωγών από τους Λουδουβίκους της Γαλλίας, που προτιμούσαν να αποκεφαλίζουν τους σαπωνοποιούς από το να ερεθιστεί το δέρμα τους με λίγη καθαριότητα. Εγώ όμως προσωπικά δεν έχω, και θα προσπαθήσω να αποκαταστήσω την μέχρι σήμερα ψυχρή σχέση.
Διάβασα ότι καλό είναι για τα σπιτικά σαπούνια να χρησιμοποιούμε το λάδι που απομένει από το τηγάνισμα (ή του αυτοκινήτου). Δεν έχει σημασία αν είναι καθαρό ή όχι, αλλά σημασία έχει το λίπος που περιέχει... Εγώ βέβαια, επειδή ενθουσιάστηκα, έκλεψα και χρησιμοποίησα το λάδι που είχα για το μαγείρεμα. Δεν πειράζει... Ένα παλιοαραβοσιτέλαιο ήταν (ξεχνάμε για τρεις μέρες τα αυγά και τις πατάτες).
Πήρα την μοναδική μου κατσαρόλα και άρχισα να ζεσταίνω το νερό... Μέχρι το σημείο αυτό ήμουν πολύ ικανοποιημένος που ακολουθούσα τις οδηγίες του "φτιάξτο μόνος σου". Μετά είπα να μπω λίγο στο FACEBOOK, είδα και κάτι βιντεάκια, έβρασε το νερό... Κοιτάω τις οδηγίες και τι να δω: δεν πρέπει να είναι σε κατάσταση βρασμού το νερό για να ρίξω την καυστική σόδα γιατί είναι επικίνδυνο. Έπρεπε να περιμένω να κρυώσει... Σβήνω την φωτιά, παραγγέλνω δυο πιτόγυρα πίνω και μια κόκα, κοιμάμαι κανά δίωρο (μεσημέρι Σαββάτου) και ξυπνάω να κάνω σαπούνι.
Το νερό παταγούδ' ... Το βάζω να βράσει πάλι, πετάγομαι μέχρι την τουαλέτα, τόπος ιερής μνήμης για τα πιτόγυρα και εκεί στον Άγιο Τόπο της περισυλλογής ήρθαν οι Ερινύες να με συμβουλέψουν... "Μωρέ ρουφιάνες, και στο χέσιμο θα μ'τα πρήξετε"; "Που θα πάει η ζωή σου, ούτε ένα σαπούνι δεν μπορείς να βάλεις κώλο να φτιάξεις"; Ήταν θλιβερό... Εκβίασα την σωματική μου ανάγκη και σηκώθηκα κυριολεκτικά με το σκατό να πάω να ψήσω σάπωνες.
Το νερό είχε ζεσταθεί και έριξα την καυστική... Πήρα και την κουτάλα και ανακάτευα... ανακάτευα... ανακάτευα... ανακάτευα...
Μετά πήρα το λάδι (και ανακάτευα... ανακάτευα... ανακάτευα... ανακάτευα...)!!! Ήταν μια ιστορία, σα να μαγειρεύεις φασουλάδα ένα πράγμα και μου δημιούργησε σωματικές μνήμες. (Όχι τίποτε περίεργο, είχαμε πάει μια φορά στο Βαθύπεδο, και είχε τόσες στροφές ο δρόμος, που αλλάζε ο οδηγός συνέχεια τις ταχύτητες: πρώτη, δεύτερη, τρίτη, πρώτη, δεύτερη, τρίτη κ.λ.π. και λέει... ωρέ, σανανακατεύω φασλάδα είναι). Τέσπα έγινε ένας χυλός... Ωραίο πράγμα όμως, όχι αστεία (σαν σκατά για την ακρίβεια, καφετί). Βγάζω την κατσαρόλα, κοιτάω το φτιάξτο μόνος σου. Εδώ είναι τα πραγματικά σκατά όμως! ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΛΟΥΠΙΑ...
Πάντα το ξερα ότι διαβάζω επιπόλαια... Το αντιμετωπίζω καθημερινά, αλλά εδώ το διαπίστωσα με το μεγαλείο του. Μα είναι δυνατόν να μην έχω καλούπια;;;
Τελικά ο Μαγκάϊβερ βρήκα... τα βαλα στις αλουμινένιες συσκευασίες που μου περίσσεψαν από τα πιττόγυρα. Είδατε τι πρακτικό είναι να είσαι ΒΡΩΜΙΑΡΗΣ και να έχεις μαζεμένα σκουπίδια δυο εβδομάδων, επειδή βαριέσαι να τα πετάξεις;;; Κύκλος είναι η ζωή, απ'την βρώμα θα γεννηθούν τα σαπώνια...
Τα έβγαλα έξω στην αυλή να μου κρυώσουν και όταν στερεοποιηθούν θα τα μοιράσω στις βρώμικες ψυχές που θα τα ζητήσουν.
Ήδη όμως αισθάνομαι σαν κάτι το ανώτερο είναι η αλήθεια: Σαν εκείνους τους δισεκατομμυριούχους που καταπιάνονται με μικροεργασίες χειρονακτικές, φτιάχνουν πράγματα που εύκολα μπορούν να αγοράσουν. Είμαι ένας μπον βιβέρ πνευματικός άνθρωπος. Ανήκω στην κατηγορία του Σάπωνα (όπως Ιάπωνα όχι όμως και Λάπωνα, μην το χέσουμε όμως), άν όμως η μοίρα μου φερθεί άπονα (όπα! ρίμα ακούω), δεν θα με πιάσουν τα παράπονα (όπα! όπα!) θα κλέψω σαπούνια από την αδελφή μου (τι περιμένατε;) και θα τα μοιράσω ως δικής μου βιολογικής παραγωγής. Άλλωστε L'oreal είναι το άλλο μου όνομα.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

Οι Νοτιοαμερικάνες φίλες μου...


Τα ανήψια μου, κατοικούν τα δυο στην Αθήνα και το άλλο στην Άρτα... Έχουν όμως την ίδια αγαπημένη, μια πιστή φίλη και ίσως το μόνο κοριτσάκι που της μιλάνε σχεδόν καθημερινά. Δεν έχει καμία σημασία το γεγονός ότι δεν είναι αληθινό πρόσωπο, έχει όμως σημασία ότι μπορεί και τους έχει κερδίσει, στην μάχη των εντυπώσεων, των χιλιάδων παραστάσεων που σήμερα κυκλώνουν τα παιδιά.
Είναι η Ντόρα η Εξερευνήτρια, η οποία αποτελεί το αγαπημένο κοριτσάκι του θείου τους. Ίσως αν είχα μιαν ανηψιούλα, να αγαπούσα αυτήν περισσότερο, αλλά αυτή τη στιγμή η Ντόρα είναι και η δικιά μου αγαπημένη... Γιατί μου αρέσει; Κυρίως επειδή μέσω αυτής μπορώ και επικοινωνώ καλύτερα με τα ανήψια μου, μιλάω τον δικό τους κώδικα και μπορώ να κατανοώ άμεσα την συμπεριφορά τους. Ποιός θα το έλεγε ποτέ ότι η έκφραση "αλεπού κλέφτρα", όταν απαγγέλλεται τρις σημαίνει την καταγγελία και αποτροπή μιας κακής πράξης; Ποιός θα το έλεγε ότι τα αγγλικά θα ήταν πλέον μια καθημερινότητα στην προσχολική επικοινωνία;
Κυρίως μου αρέσει για τον εξής λόγο: είναι μια μελαχροινή, σχεδόν μιγάδα πιτσιρίκα, με έντονη προσωπικότητα, διάθεση για περιπέτεια, με οικολογικές ευαισθησίες, με περιβαλλοντική συνείδηση και ενεργητική διάθεση...
Καμιά σχέση με τα πρότυπα της Μπάρμπι και της Μπιμπι Μπο (άντε και της Σάρα Κέϊ), που γαλουχήθηκαν τα θηλυκά της εποχής μου, όπου σκοπός τους ήταν ένας πλούσιος γάμος.
Στο υποσυνείδητό μου ο Ντόρα η εξερευνήτρια παραπέμπει και κάπου αλλού, σε έναν πρωτοεφηβικό έρωτα των κόμικ στρίπτς. Η Αργεντινή Μαφάλντα του Quino είχε την ίδια στάση για την ζωή, αν και σπανίως έφευγε από τα στενά όρια του μπουρζουαστικού (σικ) διαμερίσματος των γονιών της και τα δρομάκια της γειτονιάς της. Και όμως μέσα σε αυτήν την κλισέ κατάσταση γεννήθηκε η μεγαλύτερη επανάσταση στις ψυχές των εφήβων, όπου μέσα από τις θανατηφόρες ατάκες της μικρής Ντόρας της Εξερευνήτριας των πόλεων, γεννήθηκαν ερωτήματα και ανάγκες που δεν αποσβήστηκαν ποτέ...
Ίσως οι Νοτιοαμερικάνες αυτές ηρωίδες να είναι το μέσο για να γαλουχηθούν πολλές ακόμη γενιές... Είναι βέβαιο ότι ακόμη και μπροστά στην τηλεόραση, ένα σποράκι θα δεχθούν τα ανήψια μου, όπως κι εγώ άλλωστε δέχθηκα από την Μαφάλντα στα 13 μου (και ελπίζω κάποτε να πάρουν τα παλιά μου κόμικ)!

Από τις σπάνιες φορές που οι γυναίκες γεννούν και οι άνδρες τίκτουν...

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει...


Ποιός να σου το' λεγε Εμμανουήλ; Σπουδές, πτυχία, δουλειά και εκπαίδευση... Μεταφράσεις και διασκευές, όλη η ζωή σου γύρω απ'την τέχνη του λόγου. Αγώνας και αγωνία για τις δάφνες της δόξας των Μουσών; Έναν στέφανο μνήμης στον ποιητή με το τόσο σπουδαίο όνομα... Εμμανουήλ Καίσαρ!!! Αληθινός Καίσαρ, σε μια θάλασσα ποιητών πληβείων...(;)
Και έμεινες πίσω, σε μας, από μια σου φράση "Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει...", σε μια στιγμή δημιουργικής ποιητικής μελαγχολίας, μιαν ανάσα της λογοτεχνικής μόδας της εποχής σου (Ο Κώστας Στεργιόπουλος διακρίνει στο έργο του δυο φάσεις, την πρωιμότερη που κυριαρχείται από στοιχεία νεορομαντισμού και κοσμοπολιτισμού (στα χνάρια του Κώστα Ουράνη) και τη δεύτερη, που σηματοδότησε το πέρασμά του στο συμβολιστικό ρεύμα και την καθαρή ποίηση των Baudelaire, Valery, Mallarme, αλλά και του Απόστολου Μελαχρινού). Κανείς όμως κι αυτήν δεν την θυμάται! Ανάξια λόγου ή ένας στίχος που φρόντισε να σβήσει, χαράσσοντάς την βαθύτερα στην συλλογική μας μνήμη, η αρμύρα στα μάτια ενός ασυρματιστή του εμπορικού μας ναυτικού (χωρίς σπουδές, χωρίς πτυχία, χωρίς εκπαίδευση και μεταφράσεις)... ; Λιτά, απλά και ελληνικά (ό,τι κι αν αυτό σημαίνει), φρόντισε να σου δώσει τις δάφνες της αιωνιότητας που ίσως επιθυμούσες όταν έσβηνες από το ζάχαρο σε εκείνο το παλιό Νοσοκομείο της Αθήνας.
Ίσως εκεί που πράγματι, φαινόταν πια πως τίποτα - τίποτα δε σε σώζει, να έκανες εκείνο το τελευταίο όμορφο ταξίδι που ο θαλασσινός Καββαδίας απάντησε σε Σένα, έναν ποιητή, ως απόκριση σε έναν πρόσκαιρο, ίσως και επιπόλαιο πεσιμισμό σου:

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε Καίσαρ να σε σώσει
Κάτι που πάντα βρίσκεται σε αιώνια εναλλαγή
Κάτι που σκίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων
Και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη

Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι
Που του γραφείου σου πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά
Να φύγει κράζοντας βραχνά χτυπώντας τα φτερά του
Προς κάποια ακατοίκητη κοιλάδα του νοτιά

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey

Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
Κι εγώ σ’ αυτές απλά να σε εσύσταινα
σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες

Κάτι που θα ‘κανε τα υγρά παράδοξα σου μάτια
Που αβρές μαθητριούλες τ’ αγαπούν και σιωπηροί ποιητές
Χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουνε
Με κάποιο τρόπο που όπως λεν δεν γέλασαν ποτέ

Γνωρίζω κάτι που μπορούσε βέβαια να σε σώσει
Εγώ που δεν σε γνώρισα ποτέ για σκέψου εγώ
Ένα καράβι να σε πάρει Καίσαρ να μας πάρει
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ’οδηγώ

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey

Και μια βραδιά στην Μπούρμα ή στην Μπατάβια
Στα μάτια μιας ινδής που θα χορέψει
Γυμνή στα 17 στιλέτα ανάμεσα
θα δείτε την Γκρέτα να επιστρέψει

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι’ από πεζό χωμάτινο ένα μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικώτερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντας τα να με οικτείρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα ‘τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθήτε.
Κι’ όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθήτε.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008

1.101.010

Μια ζωή την έχουμε...
Ένα φιλμ φιλί στην ανθρωπιά και το όνειρο, που απέχει παρασάγγας από τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο της ψευτογκλαμουριάς, της πλαστικής μιζέριας και του κουτοπόνηρου τρόπου ζωής ή life style...



Ένα εκατομμύριο εκατόν μία χιλιάδες και δέκα...
Ένα εκατομμύριο εκατόν μία χιλιάδες και δέκα ευχαριστώ στον Δημήτρη Μυράτ...
Ένα εκατομμύριο εκατόν μία χιλιάδες και δέκα εύγε στο ασπρόμαυρο φιλμ που μας θυμίζει πως κάποτε, ναι... είμασταν άνθρωποι!

Της Μαρίας το Ανάγνωσμα


Στεναχωρήθηκα πολύ...
Ο έρωτας της Μαρίας Πολυδούρη για τον Κώστα Καρυωτάκη είναι τόσο σκοτεινός, τόσο πένθιμος, αληθινή χαρμολύπη. Δοξάζεται ο θάνατος, ως ένα γλυκύ έαρ, του παθιασμένου έρωτα.

Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι
έτσι μοιραία και θλιβερά στο «βράχο» του κινδύνου.
Κι’ όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι
ψάλαν μαζί κάποια στροφή καθιερωμένου θρήνου.

Αλήθεια, πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα ο "επαναστάτης" ποιητής; Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που η ενθουσιώδης μελαγχολία ξεπέρασε τον ποιητικό οίστρο μιας Μούσας και έγινε ειδεχθής αυτόχειρος πράξη, μια ματαιοδοξία της στιγμής και ίσως ένα απονενοημένο διάβημα ύστατης λογοτεχνικής αναγνώρισης... Ή απαξία;



Πίσω όμως έμεινε η Μαρία... Η αληθινά σκοτωμένη της ζωής, καταραμένη να υπομένει στην θλίψη τα ερεθίσματα της Μούσας, την αγωνία της έκφρασης και τον σπαραγμό του πένθους. Άραγε είπε ποτέ: "αν είχαμε αλλάξει τρόπο σκέψης, τρόπος ζωής, αυτός θα είχε ζήσει"; Στέκει και αφιερώνεται στην μνήμη του πεθαμένου, στο πένθος της υπέρβασής του. Από έρωτα; Από Αγάπη; Από περηφάνια;... Όχι, αλλά από ποίηση:

Λοιπόν γιατί να δέχωμαι το κάλεσμα της Μούσας;
Σαρκάζει η πίστη μέσα μου των θείων και των γηίνων.
Μια ανόσια Λύρα των παθών σε μένα δεν ταιριάζει.
Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον.